SPC / Olmyzem ODT

Read the full Summary of Product Characteristics

SPC / Olmyzem ODT

  1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

 

Olmyzem® ODT 5 mg  δισκία διασπειρόμενα στο στόμα

Olmyzem® ODT 10 mg δισκία διασπειρόμενα στο στόμα

Olmyzem® ODT 15 mg δισκία διασπειρόμενα στο στόμα

Olmyzem® ODT 20 mg δισκία διασπειρόμενα στο στόμα

 

 

  1. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

 

Κάθε δισκίο διασπειρόμενο στο στόμα περιέχει 5 mg, 10 mg, 15 mg ή 20 mg ολανζαπίνης.

 

Έκδοχo(α) με γνωστή δράση: Κάθε δισκίο διασπειρόμενο στο στόμα περιέχει ασπαρτάμη (E951) 2,8 mg, 5,6 mg, 8,4 mg και 11,2 mg αντίστοιχα.

 

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

 

 

  1. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

 

Δισκία διασπειρόμενα στο στόμα.

 

Δισκίο διασπειρόμενο στο στόμα Olmyzem® ODT 5 mg:

Στρογγυλό, αμφίκυρτο, κίτρινο δισκίο, διαμέτρου 6 mm που φέρει την ένδειξη «Ο» στη μία όψη.

 

Δισκίο διασπειρόμενο στο στόμα Olmyzem® ODT 10 mg:

Στρογγυλό, αμφίκυρτο, κίτρινο δισκίο, διαμέτρου 8 mm που φέρει την ένδειξη «Ο1» στη μία όψη.

 

Δισκίο διασπειρόμενο στο στόμα Olmyzem® ODT 15 mg:

Στρογγυλό, αμφίκυρτο, κίτρινο δισκίο, διαμέτρου 9 mm που φέρει την ένδειξη «Ο2» στη μία όψη.

 

Δισκίο διασπειρόμενο στο στόμα Olmyzem® ODT 20 mg:

Στρογγυλό, αμφίκυρτο, κίτρινο δισκίο, διαμέτρου 10 mm που φέρει την ένδειξη «Ο3» στη μία όψη.

 

 

  1. Κλινικές πληροφορίες

 

4.1     Θεραπευτικές ενδείξεις

 

Ενήλικες

Η ολανζαπίνη ενδείκνυται για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας.

 

Η ολανζαπίνη είναι αποτελεσματική στη διατήρηση της κλινικής βελτίωσης κατά τη διάρκεια της συνεχιζόμενης θεραπείας σε ασθενείς, οι οποίοι εμφάνισαν αρχική ανταπόκριση στη θεραπεία.

 

Η ολανζαπίνη ενδείκνυται για τη θεραπεία μέτριου έως σοβαρού μανιακού επεισοδίου.

 

Σε ασθενείς, στους οποίους το μανιακό επεισόδιο ανταποκρίθηκε στη χορήγηση ολανζαπίνης, η ολανζαπίνη ενδείκνυται για την πρόληψη υων υποτροπών σε ασθενείς με διπολική διαταραχή (βλ. παράγραφο 5.1).

 

 

4.2     Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

 

Δοσολογία

 

Ενήλικες

Σχιζοφρένεια: Η συνιστώμενη δόση έναρξης της ολανζαπίνης είναι 10 mg/ημερησίως.

 

Μναιακό επεισόδιο: Η δόση έναρξης είναι 15 mg  εφάπαξ ημερησίως ως μονοθεραπεία ή 10 mg ημερησίως σε συνδυασμένη θεραπεία (βλ. ενότητα 5.1).

 

Πρόληψη υποτροπών στη διπολική διαταραχή: Η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 10 mg/ημερησίως. Για ασθενείς που λαμβάνουν ολανζαπίνη για τη θεραπεία μανιακού επεισοδίου, να συνεχίζεται η θεραπεία για την πρόληψη υποτροπών στην ίδια δόση. Εάν ένα νέο επεισόδιο μανιακό, μικτό ή καταθλιπτικό επεισόδιοεμφανιστεί , η θεραπεία με ολανζαπίνη θα πρέπει να συνεχιστεί (με αναπροσαρμογή/βελτιστοποίηση της δόσης, εάν κριθεί αναγκαίο), με συμπληρωματική αγωγή για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων διάθεσης, όταν ενδείκνυται κλινικά.

 

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας της σχιζοφρένειας, του μανιακού επεισοδίου και της πρόληψης των υποτροπών της διπολικής διαταραχής, η ημερήσια δόση θα πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με την κλινική κατάσταση του ασθενούς , στο εύρος των 5-20 mg/ημερησίως. Αύξηση της δόσης σε ανώτερη από τη συνιστώμενη αρχική δόση, συνιστάται να γίνεται μόνο μετά από κατάλληλη κλινική επανεκτίμηση και γενικά θα πρέπει να πραγματοποιείται σε διαστήματα μεγαλύτερα των 24 ωρών. Η ολανζαπίνη είναι δυνατόν να χορηγηθεί ανεξαρτήτως γευμάτων, καθώς η απορρόφηση της δεν επηρεάζεται από τη ταυτόχρονη λήψη τροφής. Σταδιακή μείωση της δόσης συνιστάται, πριν τη διακοπή της αγωγής με ολανζαπίνη.

 

Τα Olmyzem® ODT, δισκία διασπειρόμενα στο στόμα, θα πρέπει να τοποθετούνται στη στοματική κοιλότητα, όπου ταχέως διασπείρονται στο σίελο, με αποτέλεσμα την εύκολη κατάποσή τους. Κατόπιν, η απομάκρυνση του άθικτου δισκίου διασπειρόμενου στο στόμα, από τη στοματική κοιλότητα είναι δυσχερής. Επειδή τα δισκία διασπειρόμενα στο στόμα είναι ευαίσθητα, θα πρέπει να λαμβάνονται άμεσα μετά τη διάνοιξη του περιέκτη. Εναλλακτικά, είναι δυνατόν να διασπαρούν σε ένα ποτήρι νερό ή άλλο υγρό κατάλληλο για στοματική χορήγηση (χυμό πορτοκάλι, χυμό μήλο, γάλα, ή καφέ) άμεσα προ της χορηγήσεώς τους.

 

Η ολανζαπίνη σε δισκία διασπειρόμενα στο στόμα είναι βιοϊσοδύναμη με την ολανζαπίνη των επικαλυμμένων δισκίων, με ένα παρόμοιο ποσοστό και έκταση απορρόφησης. Έχει την ίδια δόση και συχνότητα χορήγησης με την ολανζαπίνη των επικαλυμμένων δισκίων. Η ολανζαπίνη σε δισκία διασπειρόμενα στο στόμα είναι δυνατόν να χρησιμοποιείται σαν εναλλακτική μορφή της ολανζαπίνης των επικαλυμμένων δισκίων.

 

Ειδικοί πληθυσμοί

 

Ηλικιωμένοι

Μια μειωμένη αρχική δόση (5 mg/ ημερησίως) αν και δεν αποτελεί τη συνήθη συνιστώμενη τακτική, μπορεί να χορηγηθεί σε ηλικιωμένους ασθενείς, 65 ετών και άνω, όπου οι κλινικές παράμετροι το απαιτούν (βλέπε παράγραφο 4.4).

 

Νεφρική ή/και ηπατική δυσλειτουργία

Μια μικρότερη αρχική δόση (5 mg), πρέπει να χορηγηθεί στους ασθενείς αυτούς. Σε περιπτώσεις μέτριας ηπατικής ανεπάρκειας (κίρρωση, κατηγορίας Α ή Β στην ταξινόμηση κατά Child-Pugh), η αρχική δόση θα πρέπει να είναι 5 mg και να αυξάνεται με προσοχή.

 

Καπνιστές

Η δόση έναρξης και το εύρος της δόσης δεν απαιτείται συνήθως να τροποποιούνται σε μη καπνιστές σε σχέση με καπνιστές. Ο μεταβολισμός της ολανζαπίνης μπορεί να ενισχυθεί από το κάπνισμα. Συνιστάται η κλινική παρακολούθηση των ασθενών και μία αύξηση της δόσης της ολανζαπίνης μπορεί να γίνει εάν κριθεί απαραίτητο (βλέπε παράγραφο 4.5).

 

Σε περίπτωση, όπου συνυπάρχουν περισσότεροι από έναν παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν και να επιβραδύνουν το μεταβολισμό (θήλυ φύλο, ηλικιωμένος ασθενής, μη καπνιστής), θα πρέπει να εξετάζεται η πιθανότητα μείωσης της αρχικής δόσης. Η σταδιακή αύξηση  της δόσης, όταν ενδείκνυται, πρέπει να είναι συντηρητική σε αυτούς τους ασθενείς.

 

Σε περιπτώσεις όπου προσαυξήσεις της δόσης κατά 2,5 mg κρίνονται αναγκαίες, μπορούν να χορηγηθούν τα επικαλυμμένα δισκία ολανζαπίνης.

 

(Βλ. παραγράφους 4.5 και 5.2.)

 

Παιδιατρικός πληθυσμός

Δεν συνιστάται η χορήγηση της ολανζαπίνης σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών εξαιτίας της έλλειψης στοιχείων για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα. Μεγαλύτερες αυξήσεις βάρους και μεταβολές των επιπέδων της προλακτίνης και των λιπιδίων, έχουν εμφανιστεί σε μικρής διάρκειας μελέτες σε έφηβους ασθενείς σε σχέση με μελέτες σε ενηλίκους ασθενείς (βλ. παραγράφους 4.4, 4.8, 5.1 και 5.2).

 

4.3     Αντενδείξεις

 

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Ασθενείς με γνωστό κίνδυνο εμφάνισης γλαυκώματος κλειστής γωνίας.

 

4.4     Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

 

Κατά τη θεραπεία της αντιψυχωτικής αγωγής, η κλινική βελτίωση των ασθενών θα παρατηρηθεί μετά από την πάροδο μερικών ημερών έως και μερικών εβδομάδων. Οι ασθενείς θα πρέπει να βρίσκονται υπό στενή ιατρική παρακολούθηση κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής.

 

Ψύχωση σχετιζόμενη με άνοια ή/και διαταραχές της συμπεριφοράς

Η ολανζαπίνη δεν συνιστάται για χρήση σε ασθενείς με ψύχωση σχετιζόμενη με άνοια ή/και διαταραχές της συμπεριφοράς λόγω της αυξημένης θνησιμότητας και του κινδύνου εμφάνισης αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου. Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο (placebo) κλινικές μελέτες (διάρκειας 6-12 εβδομάδων) σε ηλικιωμένους ασθενείς (μέσης ηλικίας 78 ετών) με ψύχωση  σχετιζόμενη με άνοια ή/και διαταραχές της συμπεριφοράς, παρατηρήθηκε διπλάσια αύξηση της επίπτωσης θανάτου σε ασθενείς υπό ολανζαπίνη συγκριτικά  με εκείνη για τους  ασθενείς υπό  εικονικό φάρμακο (3,5 % έναντι 1,5 % αντίστοιχα). Η υψηλότερη επίπτωση θανάτου δεν σχετιζότανμε τη δόση της ολανζαπίνης (μέση ημερήσια δόση 4,4 mg) ή τη διάρκεια της αγωγής. Οι παράγοντες κινδύνου που ενδέχεται να προδιαθέτουν τον πληθυσμό αυτό των ασθενών σε αυξημένη θνησιμότητα περιλαμβάνουν:  ηλικία >65 ετών, δυσφαγία, καταστολή, πλημμελής θρέψη και αφυδάτωση, οι πνευμονικές καταστάσεις (π.χ. πνευμονία μετά από ή χωρίς εισρόφηση) ή συγχορήγηση βενζοδιαζεπινών. Ωστόσο, η επίπτωση θανάτου ήταν υψηλότερη σε ασθενείς σε θεραπέια με ολανζαπίνη συγκριτικά με τους ασθενείς υπό εικονικό φάρμακο (placebo), ανεξάρτητα από αυτούς τους παράγοντες κινδύνου.

 

Στις ίδιες κλινικές δοκιμές, αναφέρθηκαν αγγειακές εγκεφαλικές ανεπιθύμητες ενέργειες (CVAE π.χ., π.χ. αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο), περιλαμβανομένων εκείνων με θανατηφόρα έκβαση. Παρατηρήθηκε μία τριπλάσια αύξηση σε CVAE σε ασθενείς που έλαβαν ολανζαπίνη σε σχέση με ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο (placebo) (1,3 % έναντι 0,4 % αντίστοιχα). Όλοι οι ασθενείς σε θεραπεία με ολανζαπίνη και εικονικό φάρμακο (placebo), που εμφάνισαν CVAE, είχαν προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου. Ηλικία >75 ετών και αγγειακού/μεικτού τύπου άνοια διαπιστώθηκαν ως παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη CVAE που σχετίζεται με την αγωγή με ολανζαπίνη. Η αποτελεσματικότητα της ολανζαπίνης δεν έχει διαπιστωθεί στις δοκιμές αυτές.

 

Νόσος του Parkinson

Η χορήγηση της ολανζαπίνης για τη θεραπεία ψύχωσης που σχετίζεται με αγωνιστή ντοπαμίνης σε ασθενείς με νόσο του Parkinson δεν  συστήνεται. Σε κλινικές δοκιμές, επιδείνωση επιδείνωση των Παρκινσονικών συμπτωμάτων και των ψευδαισθήσεων αναφέρθηκε πολύ συχνά και σε μεγαλύτερη συχνότητα σε σχέση με εικονικό φάρμακο (placebo) (βλ. παράγραφο 4.8) και η ολανζαπίνη δεν ήταν περισσότερο αποτελεσματικότερη από το εικονικό φάρμακο (placebo) στη θεραπεία των ψυχωσικών συμπτωμάτων. Στις δοκιμές αυτές , οι ασθενείς απαιτείτο αρχικά να είναι σταθεροποιημένοι στην χαμηλότερη  αποτελεσματική δόση των αντι-Παρκινσονικών φαρμακευτικών προϊόντων (αγωνιστή ντοπαμίνης) και να παραμείνουν στα ίδια αντι-Παρκινσονικά φαρμακευτικά προϊόντα και δοσολογίες καθ’ όλη τη διάρκεια της μελέτης. Η αρχική δόση της ολανζαπίνης ήταν 2,5 mg/ημερισίως και τιτλοποιήθηκε σε μέγιστη δόση 15 mg/ημέρα σύμφωνα με την κρίση του ερευνητή.

 

Νευροληπτικό Κακόηθες Σύνδρομο (NMS)

Το NMS είναι μια δυνητικά θανατηφόρα κατάσταση που σχετίζεται με αγωγή με αντιψυχωσικά φαρμακευτικά προϊόντα. Σπάνιες περιπτώσεις χαρακτηρισθείσες σαν NMS, έχουν επίσης σχετιστεί με την ολανζαπίνη. Οι κλινικές εκδηλώσεις του NMS περιλαμβάνουν υπερπυρεξία, μυϊκή ακαμψία, μεταβολή στη νοητική κατάσταση και σημεία αστάθειας του αυτόνομου νευρικού συστήματος (ακανόνιστος σφυγμός ή αρτηριακή πίεση, ταχυκαρδία,  εφίδρωση και καρδιακή δυσρυθμία). Επιπρόσθετα σημεία πιθανώς περιλαμβάνουν την αύξηηση της κρεατινική φωσφοκινάσης, η μυοσφαιρινουρία (ραβδομυόλυση) και η οξεία νεφρική ανεπάρκεια. Εάν ένας ασθενής αναπτύξει σημεία και συμπτώματα ενδεικτικά του NMS ή παρουσιάσει ανεξήγητο υψηλό πυρετό άλλες επιπρόσθετες κλινικές εκδηλώσεις του NMS,  η χορήγηση όλων των αντιψυχωτικών φαρμάκων, περιλαμβανομένης της ολανζαπίνης, θα πρέπει να διακόπτεται.

 

Υπεργλυκαιμία και διαβήτης

Υπεργλυκαιμία ή/και εμφάνιση ή επιδείνωση διαβήτη η οποία περιστασιακά έχει συσχετιστεί με κετοξέωση ή κώμα, έχει αναφερθεί όχι συχνά, περιλαμβανομένων και  μερικών θανατηφόρων περιπτώσεων (βλ. παράγραφο 4.8). Σε ορισμένες περιπτώσεις, μια προϋπάρχουσα αύξηση του σωματικού βάρους έχει αναφερθεί, η οποία ίσως είναι ένας προδιαθεσικός παράγοντας

Συνιστάται κατάλληλος κλινικός έλεγχος σύμφωνα με τις ενδεδειγμένες αντιψυχωτικές  κατευθυντήριες οδηγίες π.χ. μέτρηση της γλυκόζης του αίματος πριν την έναρξη της θεραπείας, 12 εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας με ολανζαπίνη και εν συνεχεία ετησίως. Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με οποιαδήποτε αντιψυχωτικά φάρμακα, περιλαμβανομένου του Olmyzem® ODT, θα πρέπει να παρακολουθούνται  για σημεία και συμπτώματα υπεργλυκαιμίας (όπως πολυδιψία, πολυουρία, πολυφαγία και αδυναμία) και οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή εκείνοι με παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη σακχαρώδη διαβήτη θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά για επιδείνωση του ελέγχου της γλυκόζης. Το σωματικό βάρος πρέπει να παρακολουθείται τακτικά, π.χ. πριν την έναρξη της θεραπείας, 4, 8 και 12 εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας με ολανζαπίνη και εν συνεχεία κάθε τρίμηνο.

 

Μεταβολές λιπιδίων

Ανεπιθύμητες μεταβολές στα επίπεδα των λιπιδίων έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς υπό θεραπεία με ολανζαπίνη σε κλινικές δοκιμές ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο (placebo) (βλ. παράγραφο 4.8). Οι μεταβολές λιπιδίων πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα  καταλλήλως κλινικά, ιδιαίτερα σε δυσλιπιδαιμικούς ασθενείς και σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη διαταραχών των λιπιδίων.

Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με οποιαδήποτε αντιψυχωτικά φάρμακα, περιλαμβανομένου του Olmyzem® ODT, θα πρέπει να υποβάλλονται τακτικά σε έλεγχο των λιπιδίων του ορού σύμφωνα με τις ενδεδειγμένες αντιψυχωτικές κατευθυντήριες οδηγίες, π.χ. πριν την έναρξη της θεραπείας, 12 εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας με ολανζαπίνη και εν συνεχεία κάθε 5 χρόνια.

 

Αντιχολινεργική δραστηριότητα

Ενώ η ολανζαπίνη έδειξε αντιχολινεργική δραστηριότητα  in vitro, η εμπειρία κατά τη διάρκεια των κλινικών δοκιμών αποκάλυψε χαμηλή επίπτωση  αναλόγων συμβαμάτων. Εντούτοις, επειδή  η κλινική εμπειρία με την ολανζαπίνη σε ασθενείς με συνυπάρχοντα νοσήματα  είναι περιορισμένη, συστήνεται  προσοχή όταν συνταγογραφείται σε  ασθενείς με υπερτροφία προστάτη ή παραλυτικό ειλεό και ανάλογες καταστάσεις.

 

Ηπατική λειτουργία

Παροδικές, ασυμπτωματικές αυξήσεις των ηπατικών αμινοτρανσφερασών, (ALT), (AST) έχουν συχνά παρατηρηθεί, ιδιαίτερα στα αρχικά στάδια της θεραπείας. Προσοχή και συνεχής παρακολούθηση απαιτείται σε ασθενείς με αυξημένες τιμές  ALT και/ή AST, σε ασθενείς με σημεία και συμπτώματα ηπατικής δυσλειτουργίας, σε ασθενείς με προϋπάρχουσες καταστάσεις που σχετίζονται με περιορισμό της ηπατικής λειτουργικής επάρκειας και σε ασθενείς που λαμβάνουν αγωγή με δυνητικά ηπατοτοξικά φάρμακα. Σε περιπτώσεις όπου έχει διαγνωσθεί ηπατίτιδα  (περιλαμβανομένης της ηπατοκυτταρικής, της χολοστατικής ή της μικτής ηπατικής βλάβης), η θεραπεία με ολανζαπίνη θα πρέπει να διακόπτεται.

 

Ουδετεροπενία

Προσοχή θα πρέπει να δίδεται σε ασθενείς με χαμηλό αριθμό λευκοκυττάρων και/ή ουδετερόφιλων από οποιαδήποτε αιτία , σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα που είναι γνωστό ότι προκαλούν ουδετεροπενία , σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα που είναι γνωστό ότι προκαλούν ουδετεροπενία, σε ασθενείς με ιστορικό φαρμακογενούς καταστολής/τοξικότητας  του μυελού των οστών, σε ασθενείς με καταστολή μυελού των οστών από συνυπάρχον νόσημα, ακτινοθεραπεία ή χημειοθεραπεία και σε ασθενείς με υπερηωσινοφιλικές καταστάσεις ή με μυελοϋπερπλαστική νόσο. Ουδετεροπενία έχει συχνά αναφερθεί κατά τη συγχορήγηση της  ολανζαπίνης με βαλπροϊκό (βλ. παράγραφο 4.8).

 

Διακοπή της θεραπείας

Οξέα συμπτώματα όπως εφίδρωση, αϋπνία, τρόμος, άγχος, ναυτία ή έμετος έχουν αναφερθεί -σπάνια (≥ 0,01 % και < 0,1 %), όταν η ολανζαπίνη διακόπτεται αιφνίδια..

 

QT διάστημα

Σε κλινικές δοκιμές, κλινικά σημαντικές παρατάσεις στα διαστήματα του διορθωμένου QΤ (QTc) (διόρθωση του διαστήματος  QT κατά Fridericia [QTcF] ≥500 χιλιοστοδευτερόλεπτα [msec] οποτεδήποτεμετά την αρχική εκτίμηση σε ασθενείς με αρχική τιμή QTcF <500 msec), ήταν όχι συχνές (0,1 % έως 1 %) σε ασθενείς που έλαβαν ολανζαπίνη, χωρίς σημαντικές διαφορές στα σχετιζομενα καρδιακά συμβάματα συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (placebo). Εντούτοις, προσοχή απαιτείται όταν η ολανζαπίνη συγχορηγείται με φάρμακα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το QTc διάστημα, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους, σε ασθενείς με συγγενές σύνδρομο παρατεταμένου QT διαστήματος, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, καρδιακή υπερτροφία, υποκαλιαιμία ή υπομαγνησιαιμία.

 

Θρομβοεμβολή

Χρονική συσχέτιση της αγωγής με ολανζαπίνη και φλεβικής θρομβοεμβολής (VTE) έχει αναφερθεί όχι συχνά (≥ 0,1% και < 1%). Δεν έχει θεμελιωθεί αιτιολογική συσχέτιση μεταξύ της εμφάνισης φλεβικής θρομβοεμβολής και της αγωγής με ολανζαπίνη. Εντούτοις, αφού οι ασθενείς με σχιζοφρένεια, συχνά εμφανίζουν επίκτητους παράγοντες κινδύνου για φλεβική θρομβοεμβολή, όλοι οι πιθανοί παράγοντες κινδύνου εμφάνισης VTE, όπως η ακινητοποίηση των ασθενών, θα πρέπει να προσδιορίζονται και να λαμβάνονται προστατευτικά μέτρα.

 

Γενική δραστηριότητα ΚΝΣ

Με δεδομένες τις κύριες επιδράσεις της ολανζαπίνης στο ΚΝΣ, θα πρέπει να δίδεται προσοχή στη συγχορήγησή της με άλλα φάρμακα που δρουν επίσης στο KNΣ καθώς και με το αλκοόλ. Επειδή η ολανζαπίνη επιδεικνύει in vitro δράση ανταγωνιστή της ντοπαμίνης, ενδέχεται να ανταγωνίσθεί τις επιδράσεις των άμεσων κι έμμεσων αγωνιστών ντοπαμίνης.

 

Επιληπτικές κρίσεις

Η ολανζαπίνη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που έχουν ιστορικό επιληπτικών κρίσεων ή σε ασθενείς με παράγοντες που μπορεί να προκαλέσουν μείωση της επιληπτικής ουδού. Οι επιληπτικές κρίσεις έχουν αναφερθεί όχι συχνά σε ασθενείς υπό αγωγή με ολανζαπίνη. Στις περισσότερες των περιπτώσεων αυτών, ιστορικό επιληπτικών κρίσεων ή παράγοντες κινδύνου για επιληπτικές κρίσεις έχουν αναφερθεί.

 

Όψιμη Δυσκινησία

Σε συγκριτικές μελέτες ετήσιας ή μικρότερης διάρκειας, η ολανζαπίνη σχετιζόταν με στατιστικά σημαντικά χαμηλότερη επίπτωση φαρμακοεπαγώμενης δυσκινησίας. Εντούτοις, ο κίνδυνος για όψιμη δυσκινησία αυξάνεται με τη μακροχρόνια έκθεση κι επομένως, εάν σημεία ή συμπτώματα όψιμης δυσκινησίας εμφανιστούν σε ασθενή με ολανζαπίνη,θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης ή διακοπής της χορήγησης. Τα συμπτώματα αυτά μπορεί προσωρινά να επιδεινωθούν ή να εμφανισθούν μετά από διακοπή της θεραπείας.

Ορθοστατική υπόταση

Ορθοστατική υπόταση παρατηρήθηκε όχι συχνά σε ηλικιωμένους ασθενείς που ελάμβαναν ολανζαπίνη κατά τη διάρκεια των κλινικών δοκιμών. Συνιστάται η αρτηριακή πίεση να μετράται περιοδικά σε ασθενείς άνω των 65 ετών.

 

Αιφνίδιος καρδιακός θάνατος

Σε αναφορές για την ολανζαπίνη μετά την κυκλοφορία του προϊόντος, περιπτώσεις αιφνίδιου καρδιακού θανάτου έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λάμβαναν  ολανζαπίνη. Σε μια αναδρομική μελέτη παρατήρησης της ομάδας των άτυπων αντιψυχωτικών, ο πιθανός κίνδυνος του αιφνίδιου καρδιακού θανάτου σε ασθενείς που έλαβαν ολανζαπίνη, ήταν περίπου διπλάσιος εκείνου σε ασθενείς που δεν χρησιμοποιούσαν αντιψυχωσικά. Στη μελέτη, ο κίνδυνος από την αγωγή με ολανζαπίνη ήταν συγκρίσιμος με τον κίνδυνο από την αγωγή με άτυπα αντιψυχωτικά που περιλαμβάνονταν στη συγκεντρωτική ανάλυση.

 

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ολανζαπίνη δεν ενδείκνυται για χρήση στη θεραπεία παιδιών κι εφήβων. Μελέτες σε ασθενείς ηλικίας 13-17 ετών παρουσίασαν ποικίλες ανεπιθύμητες ενέργειες, που περιλαμβάνουν αύξηση του σωματικού βάρους, μεταβολές στις μεταβολικές παραμέτρους και αυξήσεις των επιπέδων προλακτίνης.

 

 Ασπαρτάμη

Τα διασπειρόμενα στο στόμα δισκία Olmyzem® ODT περιέχουν έως 11,20 mg ασπαρτάμης σε κάθε δισκίο. Η ασπαρτάμη είναι πηγή φαινυλαλανίνης.

Μπορεί να είναι επιβλαβής εάν κάποιος έχει φαινυλκετονουρία (PKU) μία σπάνια γενετική διαταραχή στην οποία η φαινυλαλανίνη συσσωρεύεται επειδή το σώμα δεν μπορεί να την αποβάλλει φυσιολογικά.

 

4.5     Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

 

Μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.

 

Δυνητικές αλληλεπιδράσεις που επηρεάζουν την ολανζαπίνη

Εφόσον η ολανζαπίνη μεταβολίζεται από το CYP1A2, ουσίες που προκαλούν επαγωγή ή αναστολή ειδικά του του  ισοενζύμου αυτού, ενδέχεται να επηρεάσουν τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες  της ολανζαπίνης.

 

Επαγωγή τουCYP1A2

Ο μεταβολισμός της ολανζαπίνης μπορεί να ενισχυθεί από το κάπνισμα και απότην καρβαμαζεπίνη, με αποτέλεσμα να προκληθεί μείωση των συγκεντρώσεων της ολανζαπίνης. Έχει αναφερθεί μόνο μικρή έως μέτρια αύξηση της κάθαρσης της ολανζαπίνης. Οι κλινικές επιπτώσεις αναμένεται  να είναι περιορισμένες, αλλά συνιστάται η κλινική παρακολούθηση και μια αύξηση της δόσης της ολανζαπίνης μπορεί να γίνει εάν κριθεί απαραίτητο (βλ. παράγραφο 4.2).

 

Αναστολή του CYP1A2

Η φλουβοξαμίνη, ένας ειδικός αναστολέας του CYP1A2, έχει αποδειχθεί ότι αναστέλλει σημαντικά τον μεταβολισμό της ολανζαπίνης. Η μέση αύξηση της μέγιστης συγκέντρωσης (Cmax) της ολανζαπίνης μετά τη χορήγηση της φλουβοξαμίνης ήταν 54 % σε γυναίκες μη καπνίστριες και 77 % σε άνδρες καπνιστές. Η μέση αύξηση της AUC της ολανζαπίνης ήταν 52% και 108% αντίστοιχα. Η χορήγηση μικρότερης δόσης έναρξης της ολανζαπίνης θα πρέπει να εξετάζεται σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν φλουβοξαμίνη ή άλλους αναστολείς του CYP1A2, όπως η σιπροφλοξασίνη. Σε περίπτωση έναρξης θεραπείας με έναν αναστολέα του CYP1A2, το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης της ολανζαπίνης θα πρέπει να εξετάζεται.

 

Μείωση της βιοδιαθεσιμότητας

Η χορήγηση ενεργού άνθρακα μειώνει την βιοδιαθεσιμότητα της ολανζαπίνης χορηγούμενης από του στόματος, σε ποσοστό 50 έως 60% γι’ αυτό και ο ενεργός άνθρακας θα πρέπει να λαμβάνεται τουλάχιστον 2 ώρες πριν ή μετά χορήγηση της ολανζαπίνης.

 

Η φλουοξετίνη (αναστολέας του CYP2D6), οι εφάπαξ δόσεις αντιόξινων (αργιλίου, μαγνησίου) ή η σιμετιδίνη, δεν έχουν αναφερθεί ότι επηρεάζουν σημαντικά τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ολανζαπίνης.

 

Δυνητικές επιδράσεις της ολανζαπίνης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα

Η ολανζαπίνη ενδέχεται να ανταγωνισθεί τις επιδράσεις άμεσων κι έμμεσων αγωνιστών ντοπαμίνης.

 

Η ολανζαπίνη δεν προκαλεί αναστολή των κυριότερων ισοενζύμων του κυττοχρώματος CYP450 in vitro (π.χ. 1A2, 2D6, 2C9, 2C19, 3A4).  Ως εκ τούτου, δεν αναμένονται σημαντικές αλληλεπιδράσεις

σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα των in vivo μελετών όπου δεν παρατηρήθηκε αναστολή του μεταβολισμού των ακόλουθων δραστικών ουσιών: των τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών (μεταβολιζομένων κύρια μέσω CYP2D6), της βαρφαρίνης (CYP2C9), της θεοφυλλίνης (CYP1Α2) ή της διαζεπάμης (CYP3A4 και 2C19).

 

 

Δεν αναφέρθηκαν αλληλεπιδράσεις, κατά τη συγχορήγηση της ολανζαπίνης με λίθιο ή βιπεριδένη.

 

Κατά την παρακολούθηση των επιπέδων πλάσματος του βαλπροϊκού δεν παρουσιάστηκε ανάγκη προσαρμογής της δόσης του βαλπροϊκού, μετά την έναρξη της συγχορήγησης της ολανζαπίνης.

 

Γενική δραστηριότητα ΚΝΣ

Πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή σε ασθενείς που καταναλώνουν αλκοόλ ή λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να προκαλέσουν καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος.

 

Δεν συνιστάται η συγχορήγηση ολανζαπίνης με αντι-Παρκινσονικά φαρμακευτικά προϊόντα σε ασθενείς με νόσο του Parkinson και άνοια (βλ. παράγραφο 4.4).

 

QTc διάστημα

Απαιτείται προσοχή όταν η ολανζαπίνη συγχορηγείται με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι αυξάνουν το διάστημα QTc (βλ. παράγραφο 4.4).

 

4.6     Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

 

Κύηση

Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες επί εγκύων γυναικών. Στις ασθενείς πρέπει να δίνεται η συμβουλή να ειδοποιούν το γιατρό τους εάν μείνουν έγκυες ή σκοπεύουν να μείνουν έγκυες κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ολανζαπίνη. Ωστόσο, εφόσον η εμπειρία στον άνθρωπο είναι περιορισμένη, η ολανζαπίνη πρέπει να χρησιμοποιείται στην εγκυμοσύνη μόνο εάν το αναμενόμενο όφελος δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.

 

Τα νεογέννητα βρέφη που εκτίθενται σε αντιψυχωτικά (περιλαμβανομένης της ολανζαπίνης) κατά το τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, διατρέχουν κίνδυνο για εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών περιλαμβανομένων των εξωπυραμιδικών και/ή συμπτωμάτων απόσυρσης που μπορούν να ποικίλουν σε σοβαρότητα και διάρκεια μετά τον τοκετό. Υπάρχουν αναφορές για διέγερση, υπερτονία, υποτονία, τρόμο, υπνηλία, αναπνευστική δυσχέρεια ή διαταραχή στη σίτιση. Κατά συνέπεια, τα νεογνά θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.

 

Θηλασμός

Σε μια μελέτη σε θηλάζουσες, υγιείς γυναίκες, παρατηρήθηκε απέκκριση της ολανζαπίνης στο μητρικό γάλα. Η μέση έκθεση του νεογνού (mg/kg) σε σταθερή κατάσταση υπολογίσθηκε ότι αντιστοιχεί στο 1,8 % της αντίστοιχης δόσης της ολανζαπίνης στη μητέρα (mg/kg).

Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ότι δεν συνιστάται να θηλάζουν, εάν λαμβάνουν ολανζαπίνη.

 

Γονιμότητα

Επιδράσεις στη γονιμότητα δεν είναι γνωστές (βλέπε παράγραφο 5.3 για προκλινικές πληροφορίες)

 

4.7     Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

 

Δεν πραγματοποιήθηκαν μελέτες σχετικά με την επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Εφόσον η ολανζαπίνη μπορεί να προκαλέσει υπνηλία και ζάλη, οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τους πιθανούς κινδύνους κατά το χειρισμό μηχανημάτων, περιλαμβανομένων των οχημάτων.

 

  • Ανεπιθύμητες ενέργειες

 

Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας

 

Ενήλικες

Οι πιο συχνά αναφερόμενες(παρατηρήθηκαν σε ≥1 % των ασθενών) αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες οι οποίες σχετίζονταν με τη χορήγηση ολανζαπίνης κατά τη διάρκεια των κλινικών δοκιμών, ήταν υπνηλία, αύξηση του σωματικού βάρους, ηωσινοφιλία, αυξημένα επίπεδα προλακτίνης, χοληστερόλης, γλυκόζης και τριγλυκεριδίων (βλ. παράγραφο 4.4), γλυκοζουρία, αυξημένη όρεξη, ζάλη, ακαθησία, παρκινσονισμός (βλ. παράγραφο 4.4), δυσκινησία, ορθοστατική υπόταση, αντιχολινεργικές επιδράσεις, παροδικές ασυμπτωματικές αυξήσεις των ηπατικών αμινοτρανσφερασών (βλ. παράγραφο 4.4), εξάνθημα, εξασθένιση, κόπωση, πυρεξία, αρθραλγία, αυξημένη αλκαλική φωσφατάση, υψηλή γάμα γλουταμυλτρανσφεράση, υψηλό ουρικό οξύ, υψηλή κρεατινική φωσφοκινάση και οίδημα.

 

Περίληψη των ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα

Ο ακόλουθος πίνακας περιλαμβάνει τις ανεπιθύμητες ενέργειες και  τα εργαστηριακά ευρήματα  που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών. Σε κάθε κατηγορία συχνοτήτων, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται με σειρά φθίνουσας σοβαρότητας. Οι όροι συχνότητας που αναφέρονται, ορίζονται ως εξής: Πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100),, σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

 

Πολύ συχνές Συχνές Όχι συχνές Σπάνιες

 

Μη γνωστές

 

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος  
  Ηωσινοφιλία

Λευκοπενία10

Ουδετεροπενία10

Θρομβοκυτταροπενία 11
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος  
    Υπερευαισθησία11  
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης  
Αύξηση σωματικού βάρους1 Αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης 2, 3

Αυξημένα επίπεδα γλυκόζης 4

Αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων 2, 5

Γλυκοζουρία

Αυξημένη όρεξη

Εμφάνιση ή παρόξυνση διαβήτη που περιστασιακά έχει συσχετισθεί με κετοξέωση ή κώμα περιλαμβανομένων και μερικών θανατηφόρων περιστατικών (βλέπε παράγραφο 4.4) 11

 

Υποθερμία 12

 

Διαταραχές του νευρικού συστήματος  
Υπνηλία Ζάλη

Ακαθησία6

Παρκινσονισμός6 Δυσκινησία6

Επιληπτικές κρίσεις όπου στις περισσότερες περιπτώσεις είχαν αναφερθεί ιστορικό επιληπτικών κρίσεων ή παράγοντες κινδύνου για επιληπτικές κρίσεις11

 

Δυστονία (περιλαμβανομένης της περιστροφής των οφθαλμικών

βολβών) 11

 

Βραδυκινησία11

Αμνησία9

Δυσαρθρία

Τραύλισμα11

Σύνδρομο ανήσυχων ποδιών11

 

Νευροληπτικό Kακόηθες Σύνδρομο (ΝΜS) (βλέπε παράγραφο 4.4)12

 

Συμπτώματα διακοπής 7,12

 

Καρδιακές διαταραχές  
Βραδυκαρδία

Παράταση του QTc (βλ. παράγραφο 4.4)

Κοιλιακή ταχυκαρδία/μαρμαρυγή, αιφνίδιος θάνατος (βλ. παράγραφο 4.4)
Αγγειακές διαταραχές  
Ορθοστατική υπόταση Θρομβοεμβολή (συμπεριλαμβάνεται η πνευμονική εμβολή και η εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση)

(βλ. παράγραφο 4.4)

   
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου

 

Επίσταξη9    
Διαταραχές του γαστρεντερικού
Ήπιες, παροδικές αντιχολινεργικές επιδράσεις μεταξύ των οποίων δυσκοιλιότητα και ξηροστομία Διάταση της κοιλίας9

Υπερέκκριση σιέλου11

Παγκρεατίτιδα11

 

Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
Παροδικές, ασυμπτωματικές αυξήσεις των ηπατικών αμινοτρανσφερασών (ALT, AST), ιδιαίτερα στην έναρξη της θεραπείας (βλ. Παράγραφο 4.4) Ηπατίτιδα (περιλαμβανομένης της ηπατοκυτταρικής, της χολοστατικής της μεικτής ηπατικής βλάβης)

11

 

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Εξάνθημα Αντίδραση από φωτοευαισθησία

Αλωπεκία

Αντίδραση στο Φάρμακο με Ηωσινοφιλία και

Συστηματικά Συμπτώματα (DRESS)

Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
Αρθραλγία9 Ραβδομυόλυση11

 

Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
Ακράτεια ούρων

Κατακράτηση ούρων

Δυσκολία στην ούρηση11

Καταστάσεις της κύησης, της λοχείας και της περιγεννητικής περιόδου
Σύνδρομο απόσυρσης φαρμάκου των νεογνών (βλέπε παράγραφο 4.6)
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
Στυτική δυσλειτουργία στους άνδρες

Μειωμένη γενετήσια ορμή στους άνδρες και στις γυναίκες

Αμηνόρροια

Διόγκωση μαστού

Γαλακτόρροια σε γυναίκες

Γυναικομαστία/

διόγκωση μαστού στους άνδρες

Πριαπισμός 12

 

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Εξασθένιση

Κόπωση

Οίδημα

Πυρεξία10

Έρευνες
Αυξημένα επίπεδα προλακτίνης πλάσματος8 Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση10

Υψηλή κρεατινική φωσφοκινάση11

Υψηλή γάμα γλουταμυλτρανσφεράση10

Υψηλό ουρικό οξύ10

Αυξημένη ολική χολερυθρίνη

 

1 Κλινικά σημαντική αύξηση του σωματικού βάρους παρατηρήθηκε σε όλες τις κατηγορίες με αρχική εκτίμηση Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ). Μετά από βραχυπρόθεσμη θεραπεία (διάμεση διάρκεια 47 ημέρες), αύξηση του σωματικού βάρους ≥7 % του αρχικού σωματικού βάρους ήταν πολύ συχνή (22,2 %), ≥15 % ήταν συχνή (4,2 %) και ≥25 % ήταν όχι συχνή (0,8 %). Πολύ συχνή ήταν η αύξηση βάρους ≥7 %, ≥15 % και ≥25 % από το αρχικό βάρος σώματος σε ασθενείς με μακροχρόνια έκθεση (τουλάχιστον 48 εβδομάδες), ήταν πολύ συχνοί (64,4 %, 31,7 % και 12,3 % αντίστοιχα).

 

2 Οι μέσες αυξήσεις των τιμών λιπιδίων σε κατάσταση νηστείας (ολική χοληστερόλη, LDL χοληστερόλη και τριγλυκερίδια) ήταν υψηλότερες σε ασθενείς χωρίς ενδείξεις απορρύθμισης των λιπιδίων στην έναρξη της μελέτης.

 

3 Παρατηρήθηκαν για φυσιολογικά επίπεδα σε κατάσταση νηστείας στην έναρξη της μελέτης (<5,17 mmol/l), τα οποία αυξήθηκαν σε υψηλά (≥6,2 mmol/l). Πολύ συχνές ήταν οι μεταβολές στα ολικά επίπεδα χοληστερόλης νηστείας από οριακά κατά την αρχική εκτίηση (≥5,17-<6,2 mmol/l) σε υψηλά (≥6,2 mmol/l).

 

4 Παρατηρήθηκαν σε φυσιολογικά επίπεδα νηστείας  στην αρχική εκτίμηση (<5,56 mmol/l), τα οποία αυξήθηκαν σε υψηλά (≥7 mmol/l).  Πολύ συχνές ήταν οι μεταβολές στη γλυκόζη νηστείας από οριακά επίπεδα νηστείας στην αρχική εκτίμηση (≥ 5,56 – < 7 mmol/l) σε υψηλά (≥ 7 mmol/l).

 

 

5 Παρατηρήθηκαν για φυσιολογικά επίπεδα νηστείας στην  αρχική εκτίμηση (<1,69 mmol/l), τα οποία αυξήθηκαν σε υψηλά (≥2,26 mmol/l). Πολύ συχνές ήταν οι μεταβολές στα τριγλυκερίδια νηστείας από οριακά στην αρχική εκτίμηση (≥ 1,69 mmol/l – < 2,26 mmol/l) σε υψηλά (≥ 2,26 mmol/l).

 

 

6 Σε κλινικές μελέτες, η επίπτωση παρκινσονισμού και δυστονίας σε ασθενείς υπό  ολανζαπίνη, ήταν αριθμητικά μεγαλύτερη, αλλά όχι στατιστικά σημαντικά διαφορετική από την αντίστοιχη του εικονικού φαρμάκου (placebo). Οι λαμβάνοντες ολανζαπίνη ολανζαπίνη ασθενείς, είχαν μια χαμηλότερη επίπτωση παρκινσονισμού, ακαθησίας και δυστονίας συγκριτικά με αυτούς που ελάμβαναν τιτλοποιημένες δόσεις αλοπεριδόλης.

Λόγω έλλειψης λεπτομερούς πληροφόρησης για το προϋπάρχον εξατομικευμένο ιστορικό οξέων και όψιμων εξωπυραμιδικών κινητικών διαταραχών, δεν είναι δυνατόν επί του παρόντος να αποδειχθεί ότι η ολανζαπίνη προκαλεί λιγότερη όψιμη δυσκινησία και/ή άλλα όψιμα εξωπυραμιδικά τύπου σύνδρομα.

 

7 Οξέα συμπτώματα όπως εφίδρωση, αϋπνία, τρόμος, άγχος, ναυτία και έμετος έχουν αναφερθεί, όταν η ολανζαπίνη διακόπτεται αιφνίδια.

 

8 Σε κλινικές μελέτες διάρκειας έως και 12 εβδομάδων, οι συγκεντρώσεις των επιπέδων προλακτίνης του πλάσματος είχαν υπερβεί το ανώτέρο όριο του φυσιολογικού εύρους περίπου στο 30 %  των ασθενών υπό αγωγή με ολανζαπίνη, με φυσιολογικά επίπεδα προλακτίνης στην αρχική εκτίμηση.

.Στην πλειοψηφία αυτών των ασθενών, οι αυξήσεις ήταν γενικα ήπιες και παρέμειναν κάτω από το διπλάσιο του ανώτερου ορίου του φυσιολογικού εύρους.

 

9  Ανεπιθύμητη ενέργεια που αναγνωρίστηκε σε κλινικές μελέτες, στην Ολοκληρωμένη Βάση Δεδομένων της Ολανζαπίνης.

 

10   Όπως αξιολογήθηκε από μετρήσιμες τιμές σε κλινικές μελέτες, στην Ολοκληρωμένη Βάση Δεδομένων της Ολανζαπίνης.

 

11 Ανεπιθύμητη ενέργεια που αναγνωρίστηκε βάσει αυθόρμητων αναφορών, μετά την κυκλοφορία του προϊόντος, με συχνότητα που προσδιορίστηκε χρησιμοποιώντας την Ολοκληρωμένη Βάση Δεδομένων της Ολανζαπίνης.

 

12 Ανεπιθύμητη ενέργεια που αναγνωρίστηκε βάσει αυθόρμητων αναφορών, μετά την κυκλοφορία του προϊόντος, με συχνότητα που προσδιορίστηκε στο ανώτερο όριο του διαστήματος εμπιστοσύνης 95%, χρησιμοποιώντας την Ολοκληρωμένη Βάση Δεδομένων της Ολανζαπίνης.

 

Μακράς-διάρκειας έκθεση (τουλάχιστον 48 εβδομάδες)

Η αναλογία των ασθενών που είχαν σοβαρές και κλινικά σημαντικές αλλαγές όσον αφορά την αύξηση σωματικού βάρους, τηγλυκόζη, την ολική//LDL/HDL χοληστερόλη ή τα τριγλυκερίδια αυξήθηκε με τη πάροδο του χρόνου. Σε ενηλίκους ασθενείς που συμπλήρωσαν 9-12 μήνες θεραπείας, ο ρυθμός αύξησης της μέσης τιμής της γλυκόζης αίματος του επιβραδύνθηκε μετά από περίπου 6 μήνες.

 

Επιπρόσθετες πληροφορίες για ειδικούς πληθυσμούς

Σε κλινικές μελέτες σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια, η θεραπεία με ολανζαπίνη συνδέθηκε με υψηλότερη επίπτωση θανάτου και αγγειακές εγκεφαλικές ανεπιθύμητες ενέργειες σε σύγκριση με εικονικό φάρμακο (placebo) (βλ. παράγραφο 4.4). Πολύ συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που συνδέθηκαν με τη χρήση της ολανζαπίνης σε αυτή την ομάδα ασθενών, ήταν το μη φυσιολογικό βάδισμα και πτώσεις. Πνευμονία, αυξημένη θερμοκρασία σώματος, λήθαργος, ερύθημα, οπτικές ψευδαισθήσεις και ακράτεια ούρων παρατηρήθηκαν συχνά.

 

Σε κλινικές δοκιμές σε ασθενείς με φαρμακο-επαγόμενη (αγωνιστήντοπαμίνης) ψύχωση στο πλαίσιο νόσου του Parkinson, επιδείνωση των Παρκινσονικών συμπτωμάτων και των ψευδαισθήσεων αναφέρθηκε πολύ συχνά και σε μεγαλύτερη συχνότητα από το εικονικό φάρμακο (placebo).

 

Σε μία κλινική μελέτη σε ασθενείς με διπολική μανία, η συγχορήγηση βαλπροϊκού με ολανζαπίνη είχε σαν αποτέλεσμα την εμφάνιση ουδετεροπενίας σε ποσοστό 4,1 %. Τα υψηλά επίπεδα πλάσματος του βαλπροϊκού ενδέχεται να είναι ένας πιθανός συνεισφέρων παράγοντας. Η συγχορήγηση της ολανζαπίνης με λίθιο ή βαλπροϊκό είχε σαν αποτέλεσμα αυξημένα επίπεδα (≥10 %) τρόμου, ξηροστομίας, αυξημένης όρεξης και αύξησης του σωματικού βάρους. Διαταραχή της ομιλίας επίσης αναφέρθηκε συχνά. Κατά τη διάρκεια της συγχορήγησης της ολανζαπίνης με λίθιο ή βαλπροϊκό νάτριο/βαλπροϊκό οξύ, μία αύξηση ≥7 % του βάρους σώματος από την αρχική εκτίμηση παρουσιάστηκε στο 17,4 % των ασθενών κατά την οξεία θεραπεία (μέχρι 6 εβδομάδες). Η μακροχρόνια θεραπεία με ολανζαπίνη (μέχρι 12 μήνες) για την πρόληψη υποτροπής σε ασθενείς με διπολική διαταραχή, συνδέθηκε με αύξηση ≥7 % του αρχικού σωματικού βάρους στο 39,9 % των ασθενών.

 

Παιδιατρικός πληθυσμός

 

Δεν συνιστάται η χορήγηση της ολανζαπίνης σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών. Παρόλο που δεν υπάρχουν κλινικές μελέτες σχεδιασμένες για να συγκρίνουν τους εφήβους με τους ενήλικες, τα δεδομένα από δοκιμές σε εφήβους συγκρίθηκαν με τα δεδομένα από τις δοκιμές σε ενήλικες.

 

Ο ακόλουθος πίνακας συνοψίζει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν με μεγαλύτερη συχνότητα σε εφήβους ασθενείς (ηλικίας 13-17 ετών) συγκριτικά με ενήλικες ασθενείς ή μόνο τις ανεπιθύμητες ενέργειες που προέκυψαν κατά τη διάρκεια βραχυπρόθεσμων κλινικών δοκιμών σε εφήβους ασθενείς. Κλινικά σημαντική αύξηση του σωματικού βάρους (≥7 %) παρατηρήθηκε πιο συχνά στην ομάδα των εφήβων ασθενών σε σύγκριση με τους ενήλικες με συγκρίσιμη έκθεση στο φάρμακο. Το ποσοστό αύξησης σωματικού βάρους και η αναλογία των εφήβων ασθενών που παρουσίασαν κλινικά σημαντική αύξηση σωματικού βάρους ήταν μεγαλύτερα σε αυτούς υπό μακροχρόνια έκθεση (τουλάχιστον 24 εβδομάδες) από ότι σε ασθενείς υπό βραχείας διάρκειας έκθεση.

 

Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.. Οι όροι συχνότητας που αναφέρονται, ορίζονται ως εξής: Πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως < 1/10).

 

Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης

Πολύ συχνές: Αύξηση σωματικού βάρους13, αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων14, αύξηση της όρεξης.

Συχνές: Αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης15

Διαταραχές του νευρικού συστήματος

Πολύ συχνές: Καταστολή (συμπεριλαμβάνεται: υπερυπνία, λήθαργο, υπνηλία).

Διαταραχές του γαστρεντερικού

Συχνές: Ξηροστομία

Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων

Πολύ συχνές: Αυξήσεις ηπατικών αμινοτρανσφερασών (ALT/AST;βλ. παράγραφο 4.4).

Παρακλινικές εξετάσεις

Πολύ συχνές: Μειωμένη ολική χολερυθρίνη, αυξημένη GGT, αυξημένα επίπεδα προλακτίνης του πλάσματος16.

 

13 Μετά τη βραχυπρόθεσμη θεραπεία (μέση διάρκεια 22 ημέρες), πολύ συχνή ήταν η αύξηση σωματικού βάρους ≥7 % από το αρχικό βάρος σώματος (κιλά) (40,6 %), συχνή ήταν η αύξηση βάρους ≥15 % από το αρχικό βάρος σώματος (7,1 %) και ≥25 % ήταν συχνή (2,5 %). Με μακράς διαρκείας έκθεση (τουλάχιστον 24 εβδομάδες), 89,4 % παρουσίασαν αύξηση βάρους ≥7 %, 55,3 % παρουσίασαν αύξηση βάρους ≥15 % και το 29,1 % παρουσίασαν αύξηση βάρους ≥25 % από το αρχικό βάρος σώματος.

 

14 Παρατηρήθηκαν σε φυσιολογικά επίπεδα νηστείας στην αρχική εκτίμηση (<1,016 mmol/l), τα οποία αυξήθηκαν σε υψηλά (≥1,467 mmol/l) και μεταβολές στα τριγλυκερίδια νηστείας από οριακά στην αρχική εκτίμηση (≥1,016 mmol/l – <1,467 mmol/l) σε υψηλά (≥1,467 mmol/l).

 

15 Παρατηρήθηκαν συχνά μεταβολές στα επίπεδα της ολικής χοληστερόλης νηστείας από φυσιολογικά επίπεδα στην αρχική εκτίμηση  (<4,39 mmol/l) σε υψηλά (≥5,17 mmol/l). Πολύ συχνές ήταν οι μεταβολές στα επίπεδα της ολικής χοληστερόλης νηστείας από οριακά επίπεδα στην αρχική εκτίμηση (≥4,39-<5,17 mmol/l) σε υψηλά (≥5,17 mmol/l).

 

16 Αυξημένα επίπεδα προλακτίνης πλάσματος αναφέρθηκαν σε 47,4 % των εφήβων ασθενών.

 

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας

κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή

παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από

τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες

ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός,

Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337. Ιστότοπος: http://www.eof.gr

 

4.9     Υπερδοσολογία

 

Σημεία και συμπτώματα

Πολύ συχνά συμπτώματα της υπερδοσολογίας (με ποσοστό εμφάνισης >10 %) περιλαμβάνουν ταχυκαρδία, διέγερση/επιθετικότητα, δυσαρθρία, διάφορα εξωπυραμιδικά συμπτώματα και μειωμένο επίπεδο συνείδησης το οποίο κυμαίνεται από καταστολή σε κώμα.

 

Άλλα κλινικά σημαντικά συμβάματα της υπερδοσολογίας περιλαμβάνουν παραλήρημα, επιληπτικές κρίσεις, κώμα, πιθανό νευροληπτικό κακόηθες σύνδρομο, αναπνευστική καταστολή, εισρόφηση, υπέρταση ή υπόταση, καρδιακές αρρυθμίες (ποσοστό εμφάνισης <2 % των περιπτώσεων υπερδοσολογίας) και η καρδιοαναπνευστική ανακοπή. Θανατηφόρες εκβάσεις έχουν αναφερθεί με οξείες υπερδοσολογίες τόσο χαμηλές όσο τα 450 mg, αλλά και επιβίωση έχει επίσης αναφερθεί μετά από οξεία υπερδοσολογία με περίπου 2 g από του στόματος ολανζαπίνης.

 

Αντιμετώπιση

Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο για την ολανζαπίνη. Πρόκληση εμέτου δεν προτείνεται. Η χρήση των καθιερωμένων διαδικασιών αντιμετώπισης της υπερδοσολογίας (π.χ πλύση στομάχου, χορήγηση ενεργού άνθρακα) μπορεί να εφαρμοσθεί. Η ταυτόχρονη χορήγηση ενεργού άνθρακα έδειξε ότι μειώνει τη βιοδιαθεσιμότητα της από του στόματος χορηγούμενης ολανζαπίνης σε ποσοστό 50 έως 60 %.

 

Η συμπτωματική αντιμετώπιση και ο έλεγχος των λειτουργιών των ζωτικών οργάνων ,μπορούν να εφαρμόζονται ανάλογα με την κλινική κατάσταση του ασθενούς, περιλαμβανομένης της αντιμετώπισης της υπότασης και της κυκλοφορικής κατέρρειψης και της υποστήριξης της αναπνευστικής λειτουργίας. Μην χρησιμοποιείτε επινεφρίνη, ντοπαμίνη ή άλλες συμπαθομιμητικες ουσίες με β- αγωνιστική δραστηριότητα, επειδή η διέγερση των β- υποδοχέων ενδέχεται να επιδεινώσει την υπόταση. Η καρδιαγγειακή παρακολούθηση είναι απαραίτητη για τον εντοπισμό πιθανών αρρυθμιών.

Στενή ιατρική επίβλεψη και παρακολούθηση είναι απαραίτητη μέχρι ο ασθενής να ανακάμψει πλήρως.

 

 

  1. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

 

 

5.1     Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

 

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: ψυχοληπτικά, διαζεπίνες, οξαζεπίνες, θειαζεπίνες και οξεπίνες, κωδικός ATC: N05AH03.

 

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Η ολανζαπίνη είναι αντιψυχωσικός , αντιμανιακός και σταθεροποιητικός της διάθεσης παράγοντας, ο οποίος εκδηλώνει ένα ευρύ φαρμακολογικό προφίλ επιδράσεων σε ένα αριθμό συστημάτων υποδοχέων.

 

Στις προκλινικές μελέτες, η ολανζαπίνη έδειξε χημική συγγένεια (Ki<100 nM) για ευρύ φάσμα υποδοχέων όπως οι υποδοχείς της σεροτονίνης 5HT2A/2C, 5HT3, 5HT6, οι υποδοχείς της ντοπαμίνης D1, D2, D3, D4, D5, οι χολινεργικοί μουσκαρινικοί υποδοχείς M1-M5, οι αδρενεργικοί υποδοχείς α1 και οι υποδοχείς της ισταμίνης H1. Οι μελέτες συμπεριφοράς σε ζώα με την ολανζαπίνη έδειξαν 5HT, ντοπαμίνικό και χολινεργικό ανταγωνισμό συμβατό με το προφίλ σύνδεσης σε υποδοχείς. Η ολανζαπίνη εμφάνισε μεγαλύτερη in vitro συγγένεια για τους υποδοχείς της σεροτονίνης 5HT2 σε σχέση με υποδοχείς ντοπαμίνης D2 και μεγαλύτερη δράση 5HT2 σε σχέση με D2 σε in vivo μοντέλα. Ηλεκτροφυσιολογικές μελέτες κατέδειξαν ότι η ολανζαπίνη μείωσε εκλεκτικά την ενεργοποίησε μεσοφλοιωδών (A10) ντοπαμινεργικών νευρώνων, ενώ έχει ελάχιστη επίδραση στις ραβδωτές (A9) οδούς που συμμετέχουν στην κινητική λειτουργία. Η ολανζαπίνη μείωσε την εξαρτημένη αντίδραση αποφυγής, έναν έλεγχο ενδεικτικό της αντιψυχωσικής δραστηριότητας, σε δόσεις κάτω από εκείνες που παράγουν καταληψία, μια δράση ενδεικτική κινητικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Σε αντίθεση με άλλους αντιψυχωσικούς παράγοντες, η ολανζαπίνη αυξάνει την ανταπόκριση σε «αγχολυτικό» έλεγχο.

 

Σε μελέτη Τομογραφίας Εκπομπής Ποζιτρονίων (PET) μίας εφάπαξ δόσης (10 mg) σε υγιείς εθελοντές, η ολανζαπίνη εμφάνισε μεγαλύτερο βαθμό σύνδεσης με τους 5HT2A υποδοχείς από ότι με τους υποδοχείς της ντοπαμίνης D2. Επιπλέον, μια μελέτη σχιζοφρενικών ασθενών με χρήση Τομογραφίας Απλού Εκπομπής Φωτονίου (SPECT) αποκάλυψε ότι οι ανταποκρινόμενοι στην ολανζαπίνη ασθενείς, είχαν μικρότερη D2 σύνδεση σε νευρώνες του ραβδωτού σώματος παρά οι ανταποκρινόμενοι σε τυπικά αντιψυχωτικά – και ρισπεριδόνη – ασθενείς και συγκρίσιμη με αυτή των ανταποκρινόμενων σε κλοζαπίνη ασθενών.

 

Κλινική αποτελεσματικότητα

Σε δύο από τιςδύο με εικονικό φάρμακο και στις δύο από τρεις συγκριτικές ελεγχόμενες δοκιμές με περισσότερους από 2.900 σχιζοφρενικών ασθενών εμφάνιζαν θετικού και αρνητικού τύπου συμπτώματα, η ολανζαπίνη συνδέθηκε από στατιστικά σημαντικά μεγαλύτερες βελτιώσεις στα αρνητικά όπως επίσης και στα θετικά συμπτώματα.

 

Σε μια πολυεθνική, διπλή τυφλή, συγκριτική μελέτη της σχιζοφρένειας, σχιζοσυναισθηματικών και συναφών διαταραχών, η οποία περιελάμβανε 1.481 ασθενείς με πικοίλου βαθμού συνοδά καταθλιπτικά συμπτόματα (μέση βαθμολογία κατά την εισαγωγή στη μελέτη 16,6 στην Κλίμακα Montgomery-Asberg Depression Rating Scale), μια προοπτική δευτερογενής ανάλυση της μεταβολής της συναισθηματικής βαθμολογίας από την αρχική εκτίμηση έως το καταληκτικό της σημείο, έδειξε στατιστικά σημαντική υπεροχή (p=0,001) στους ασθενείς που έλαβαν ολανζαπίνη (-6,0) συγκριτικά με αυτούς που έλαβαν αλοπεριδόλη (-3,1).

 

Σε ασθενείς με μανιακά ή μεικτά επεισόδιαδιπολικής διαταραχής, η ολανζαπίνη απεδείχθει ότι έχει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα έναντι του εικονικού φαρμάκου (placebo) και του βαλπροϊκού νατρίου (divalproex) στην ελάττωση των μανιακών συμπτωμάτων εντός 3 εβδομάδωνΕπίσης, η ολανζαπίνη εμφάνισε παρόμοια αποτελεσματικότητα με την αλοπεριδόλη όσον αφορά το ποσοστό των ασθενών στους οποίους επιτεύχθηκε πλήρης υποχώρηση των συμπτωμάτων της μανίας και της κατάθλιψης, σε 6 και 12 εβδομάδες. Σε μια μελέτη συγχορήγησης όπου οι ασθενείς που έλαβαν λίθιο ή βαλπροϊκό για τουλάχιστον 2 εβδομάδες, η προσθήκη ολανζαπίνης 10 mg ( συγχορήγηση με λίθιο ή βαλπροϊκό) είχε σαν αποτέλεσμα μια μεγαλύτερη μείωση των μανιακών συμπτωμάτων  στο διάστημα των 6 εβδομάδων, συγκριτικά με τη μονοθεραπεία με βαλπροϊκό ή λίθιο.

 

Σε μια μελέτη 12μηνης διάρκειας πρόληψης των υποτροπών , σε ασθενείς με μανιακό επεισόδιο οι οποίοι επέτυχαν ύφεση με ολανζαπίνη και κατόπιν κατανεμήθηκαν τυχαιοποιημένα σε ολανζαπίνη ή εικονικό φάρμακο (placebo), η ολανζαπίνη εδειξε στατιστικά σημαντική υπεροχή έναντι του εικονικού φαρμάκου (placebo) στο κύριο καταληκτικό σημείο της της μελέτης, που αφορούσε την υποτροπή της διπολικής διαταραχής.

Η ολανζαπίνη επίσης εμφάνισε στατιστικά σημαντική υπεροχή έναντι του εικονικού φαρμάκου (placebo) στην πρόληψη υποτροπής είτε προς μανία είτε προς κατάθλιψη.

 

Σε μια μελέτη 12μηνης διάρκειας πρόληψης των υποτροπών , σε ασθενείς με μανιακό επεισόδιο, οι οποίοι επέτυχαν ύφεση με συγχορήγηση ολανζαπίνης και λιθίου και στη συνέχεια κατανεμήθηκαν τυχαιοποιημένα σε ολανζαπίνη ή λίθιο, η ολανζαπίνη ήταν στατιστικά ισοδύναμη με το λίθιο στο κύριο καταληκτικό σημείο της μελέτης, όσον αφορά την υποτροπή της διπολικής διαταραχής (ολανζαπίνη 30,0 %, λίθιο 38,3 %, p=0,055).

 

 

 

Σε μια 18μηνη μελέτη συγχορήγησης σε ασθενείς με μανιακό ή μικτό επεισόδιο οι οποίοι σταθεροποιήθηκαν με ολανζαπίνη και ένα σταθεροποιητή της διάθεσης (λίθιο ή βαλπροϊκό), η μακροχρόνια συγχορήγηση ολανζαπίνης με λίθιο ή βαλπροϊκό δεν ήταν στατιστικά σημαντικά υπερέχουσα της μονοθεραπείας με λίθιο ή βαλπροϊκό  όσον αφορά την καθυστέρηση της εμφάνισης υποτροπής της διπολικής διαταραχής, σύμφωνα με τα κριτήρια (διαγνωστικά) του συνδρόμου.

 

Παιδιατρικός πληθυσμός

Δεδομένα ελεγχόμενης αποτελεσματικότητας σε εφήβους (ηλικίας 13 ως 17 ετών) προέρχονται από μικρής διάρκειας μελέτες για τη σχιζοφρένεια (6 εβδομάδες) και για τη μανία που σχετίζεται με διπολική διαταραχή τύπου Ι (3 εβδομάδες) με συμμετοχή λιγότερων των 200 εφήβων. Η ολανζαπίνη χορηγήθηκε με ευέλικτο δοσολογικό σχήμα με δόση έναρξης 2,5 που κυμάνθηκε ως και 20 mg/ημερησίως. Κατά τη διάρκεια θεραπείας με ολανζαπίνη, οι έφηβοι παρουσίασαν σημαντικά μεγαλύτερη αύξηση βάρους σε σύγκριση με τους ενήλικες. Το μέγεθος των αλλαγών στις τιμές νηστείας της ολικής χοληστερόλης, της LDL χοληστερόλης, των τριγλυκεριδίων και της προλακτίνης (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8) ήταν μεγαλύτερο στους εφήβους συγκριτικά με τους ενήλικες. Δεν υπάρχουν ελεγχομενα δεδομένα για τη διατήρηση της αποτελεσματικότητας ή δεδομένα μακροχρόνιας ασφάλειας (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8). Πληροφορίες σχετικά με μακροχρόνια ασφάλεια προέρχονται κυρίως από ανοιχτού σχεδιασμού, μη ελεγχόμενα δεδομένα.

 

5.2     Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

 

Η ολανζαπίνη σε δισκία διασπειρόμενα στο στόμα  είναι βιοϊσοδύναμη με την ολανζαπίνη των επικαλυμμένων δισκίων, με παρόμοιο ποσοστό έκταση απορρόφησης. Η ολανζαπίνη σε δισκία διασπειρόμενα στο στόμα είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται σαν εναλλακτική μορφή της ολανζαπίνης των επικαλυμμένων δισκίων.

 

Απορρόφηση

Η ολανζαπίνη απορροφάται καλά μετά τη χορήγηση από του στόματος, και τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 5 – 8 ωρών. Η απορρόφηση της δεν επηρεάζεται από τη λήψη τροφής. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της από του στόματος χορήγησης σχετικά με αυτή της ενδοφλέβιας δεν έχει προσδιοριστεί.

 

Κατανομή

Το ποσοστό σύνδεσης της ολανζαπίνης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος ήταν περίπου 93 % με εύρος συγκέντρωσης 7 έως 1000 ng/ml περίπου. Η ολανζαπίνη συνδέεται κυρίως σε λευκωματίνη και α1-όξινη-γλυκοπρωτεΐνη.

 

Βιομετασχηματισμός

Η ολανζαπίνη μεταβολίζεται στο ήπαρ μέσω οδών σύζευξης και οξείδωσης. Ο κύριος μεταβολίτης στο αίμα είναι το 10-N-γλυκουρονίδιο, το οποίο δεν διαπερνά τον αιμο-εγκεφαλικό φραγμό. Τα κυτοχρώματα P450- CYP1A2 και P450-CYP2D6 συνεισφέρουν στο σχηματισμό των N-δεσμεθυλ και 2-υδροξυμεθυλ μεταβολιτών,

οι οποίοι εμφάνισαν σημαντικά μικρότερη in vivo φαρμακολογική δραστικότητα από την ολανζαπίνη σε μελέτες ζώων.

Η κύρια φαρμακολογική δράση οφείλεται στη μητρική ουσία την ολανζαπίνη.

Αποβολή

Μετά την από του στόματος χορήγηση της ολανζαπίνης, η μέση τελική ημιπερίοδος αποβολής της ολανζαπίνης σε υγιή άτομα ποικίλλει ανάλογα με την ηλικία και το φύλο.

 

Σε υγιείς ηλικιωμένα άτομα (65 ή περισσότερο) σε σύγκριση με μη ηλικιωμένα υγιή άτομα, η μέση ημιπερίοδος αποβολής της ολανζαπίνης παρατάθηκε (51,8 έναντι 33,8 ώρες) και η κάθαρση ήταν ελαττωμένη (17,5 έναντι 18,2 l/hr). Η φαρμακοκινητικές διαφορές σε ηλικιωμένα άτομα ευρίσκονται εντός των ορίων διακίνησης που παρατηρούνται σε μη ηλικιωμένα άτομα. Σε 44 σχιζοφρενικούς ασθενείς ηλικίας >65 ετών,

οι οποίοι έλαβαν δόσεις ολανζαπίνης μεταξύ 5 και 20 mg

/ημερησίως, δεν παρατηρήθηκε κάποιο ιδιαίτερο περίγραμμα (προφίλ) ανεπιθύμητων ενεργειών.

 

Σε γυναίκες συγκριτικά με άνδρες, η μέση ημιπερίοδος αποβολής της ολανζαπίνης ήταν κάπως μεγαλύτερης διάρκειας (36,7 έναντι 32,3 ώρες) και η κάθαρση ήταν μικρότερη (18,9 έναντι 27,3 l/hr). Ωστόσο, η ολανζαπίνη (5-20 mg) επέδειξε ένα συγκρίσιμο προφίλ ασφάλειας σε γυναίκες (n=467) με αυτό των ανδρών (n=869) ασθενών.

 

Νεφρική δυσλειτουργία

Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <10 ml/min) συγκριτικά με υγιή άτομα, δεν παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά στη μέση ημιζωή αποβολής (37,7 έναντι 32,4 ώρες) ή στην κάθαρση (21,2 έναντι 25,0 l/hr). Μια μελέτη mass balance έδειξε ότι το ποσοστό περίπου 57 % της ραδιοσημασμένη ολανζαπίνης ανιχνεύτηκε στα ούρα, κυρίως με τη μορφή μεταβολιτών.

 

Ηπατική δυσλειτουργία

Μία μικρή μελέτη για την επίδραση της διαταραγμένης ηπατικής λειτουργίας σε 6 άτομα με κλινικά σημαντική κίρρωση (Κατηγορία A (n = 5) και B (n = 1) κατά Childs Pugh) αποκάλυψε μικρή επίδραση στη φαρμακοκινητική της από του στόματος χορηγούμενης ολανζαπίνης (2,5 – 7,5 mg εφάπαξ δόση). Άτομα με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία είχαν ελαφρώς αυξημένη συστηματική κάθαρση και ταχύτερο χρόνο ημιζωής αποβολής σε σύγκριση με τα άτομα χωρίς ηπατική δυσλειτουργία (n = 3). Υπήρχαν περισσότεροι καπνιστές μεταξύ των ατόμων με κίρρωση (4/6, 67%) από ό,τι μεταξύ των ατόμων χωρίς ηπατική δυσλειτουργία (0/3, 0%).

 

Κάπνισμα

Σε μη καπνιστές σε σύγκριση με καπνιστές (άνδρες και γυναίκες), η μέση ημιπερίοδος αποβολής της ολανζαπίνης παρατάθηκε (38,6 έναντι 30,4 ώρες) και η κάθαρση ελαττώθηκε (18,6 έναντι 27,7 l/hr).

 

Η κάθαρση πλάσματος ολανζαπίνης είναι μικρότερηστα ηλικιωμένα σε σύγκριση με νεαρά άτομα, στις γυναίκες σε σύγκριση με τους άνδρες, και στους μη καπνιστές σε σύγκριση με τους καπνιστές. Εντούτοις, το μέγεθος της επίδρασης της ηλικίας, του φύλου ή του καπνίσματος στην κάθαρση και την περίοδο ημιζωής της ολανζαπίνης είναι μικρό

σε σύγκριση με τη γενική διακύμανση μεταξύ των διαφόρων ασθενών.

 

Από τα δεδομένα μίας μελέτης σε Καυκάσιους, Ιάπωνες και Κινέζους, δεν προέκυψαν διαφορές φαρμακοκινητικές παραμέτρους ανάμεσα σε αυτούς τους τρεις πληθυσμούς.

 

Παιδιατρικός πληθυσμός

Έφηβοι (ηλικίας 13 έως 17 ετών): Οι φαρμακοκινιτικές ιδιότητες της ολανζαπίνης είναι παρόμοιες μεταξύ των εφήβων και των ενήλικων. Σε κλινικές μελέτες, η μέση έκθεση σε ολανζαπίνη ήταν περίπου 27 % υψηλότερη σε εφήβους. Δημογραφικές διαφορές ανάμεσα στους εφήβους και τους ενηλίκους συμπεριλαμβάνουν το χαμηλότερο μέσο σωματικό βάρος και λιγότεροι έφηβοι ήταν καπνιστές. Τέτοιοι παράγοντες πιθανόν συντελούν στην υψηλότερη μέση έκθεση που παρατηρείται στους εφήβους.

 

5.3     Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

 

Οξεία (εφάπαξ-δόσης) τοξικότητα

Τα σημεία της από του στόματος τοξικότητας στα τρωκτικά ήταν χαρακτηριστικά των ισχυρών νευροληπτικών φαρμάκων: μείωση της δραστηριότητας, κώμα, μυϊκός τρόμος, κλονικοί σπασμοί, σιελόρροια και μείωση του σωματικού βάρους. Οι μέσες θανατηφόρες δόσεις ήταν περίπου 210 mg/kg (σε ποντικούς) και 175 mg/kg (σε αρουραίους). Μεμονωμένες από του στόματος δόσεις έως 100 mg/kg έγιναν ανεκτές σε κύνες χωρίς την εμφάνιση θανάτων. Τα κλινικά σημεία περιελάμβαναν καταστολή, αταξία, τρόμο, αύξηση του καρδιακού ρυθμού, εργώδη αναπνοή, η μύση η ανορεξία. Σε πιθήκους, εφάπαξ από του στόματος δόσεις έως 100 mg/kg προκάλεσαν πλήρη κατάπτωση και, σε υψηλότερες δόσεις, μερική απώλεια της συνείδησης.

 

Τοξικότητα μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις

Σε μελέτες διάρκειας μέχρι 3 μηνών σε ποντικούς και μέχρι 1 έτους σε αρουραίους και κύνες, οι κύριες επιδράσεις ήταν καταστολή του ΚΝΣ, αντιχολινεργικές επιδράσεις και περιφερικές αιματολογικές διαταραχές. Αναπτύχθηκε ανοχή στην καταστολή του ΚΝΣ. Οι παράμετροι ανάπτυξης μειώθηκαν με τη χορήγηση υψηλών δόσεων. Οι αναστρέψιμες ανεπιθύμητες ενέργειες οι οποίες ήταν συμβατές με τα αυξημένα επίπεδα προλακτίνης σε αρουραίους περιλάμβαναν μείωση του βάρους των ωοθηκών και της μήτρας και μορφολογικές μεταβολές του κολπικού επιθηλίου και του μαζικού αδένα.

 

Αιματολογική τοξικότητα

Επιδράσεις στις αιματολογικές παραμέτρους παρατηρήθηκαν σε όλα τα είδη ζώων, συμπεριλαμβανομένων των δοσοεξαρτώμενων μειώσεων των τιμών των λευκών αιμοσφαιρίων σε ποντικούς και μη ειδικών μειώσεων των τιμών λευκών αιμοσφαιρίων σε αρουραίους. Ωστόσο, δεν παρατηρήθηκε κυτταροτοξικότητα στο μυελό των οστών. Αναστρέψιμη ουδετεροπενία, θρομβοκυτταροπενία ή αναιμία παρατηρήθηκε σε ορισμένους κύνες που έλαβαν δόσεις 8 ή 10 mg/kg/ημερησίως (συνολική έκθεση σε ολανζαπίνη περιοχής κάτω από την καμπύλη[AUC] ήταν 12- 15πλάσια αυτής του ανθρώπου που έλαβε δόση 12 mg ολανζαπίνης). Σε κύνες που έπασχαν από κυτταροπενία, δεν υπήρξαν ανεπιθύμητες ενέργειες σε προγεννητικά (αρχέγονα) κύτταρα και στα κύτταρα πολλαπλασιασμού  στον μυελό των οστών.

 

Τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα

Η ολανζαπίνη δεν είχε τερατογόνες δράσεις. Η καταστολή επηρέασε την ικανότητα ζευγαρώματος των αρρένων αρουραίων. Οι οιστρικοί κύκλοι επηρεάστηκαν σε δόσεις 1,1 mg/kg (3 φορές ανώτερες της μέγιστης ανθρώπινης δόσης) και οι παράμετροι αναπαραγωγής επηρεάστηκαν σε αρουραίους που έλαβαν δόσεις 3 mg/kg (9 φορές ανώτερες της μέγιστης ανθρώπινης δόσης). Στους απογόνους αρουραίων που έλαβαν  ολανζαπίνη, παρατηρήθηκαν καθυστερήσεις  της ανάπτυξης των εμβρύων και παροδικές μειώσεις της δραστηριότητάς τους.

 

Μεταλλαξιογένεση

Η ολανζαπίνη δεν προκάλεσε μεταλλάξεις σε όλες τις τυπικές δοκιμασίες, οι οποίες περιλάμβαναν δοκιμασίες μετάλλαξης σε βακτηρίδια και in vitro και in vivo δοκιμασίες σε θηλαστικά.

 

Καρκινογένεση

Με δεδομένα τα αποτελέσματα των μελετών σε ποντικούς και αρουραίους, συμπεραίνεται ότι η ολανζαπίνη δεν έχει καρκινογόνο δράση.

 

  1. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

 

6.1     Κατάλογος εκδόχων

 

Μαγνήσιο στεατικό

L-μεθειονίνη

Άνυδρο κολλοειδές οξείδιο του πυριτίου

Υδροξυπροπυλοκυτταρίνη (χαμηλής υποκατάστασης)

Κροσποβιδόνη (Τύπου Β)

Ασπαρτάμη

Κυτταρίνη μικροκρυσταλλική

Κόμμι γκουάρ

Μαγνήσιο ανθρακικό, βαρύ

Βελτιωτικό γεύσης πορτοκάλι

 

6.2     Ασυμβατότητες

 

Δεν εφαρμόζεται.

 

6.3     Διάρκεια ζωής

 

3 χρόνια

 

6.4     Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

 

Φυλάσσεται στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως και την υγρασία.

 

  • Φύση και συστατικά του περιέκτη

 

Συσκευασία blister (OPA-Al-PVC/Al) με διατρητή μεμβράνη αλουμινίου.

Συσκευασία blister (χαρτί-PETP-Al/Al) με αφαιρούμενη μεμβράνη αλουμινίου.

 

Μεγέθη συσκευασίας:

Συσκευασία blister με διατρητή μεμβράνη αλουμινίου: 28, 35, 56 και 70 διασπειρόμενα στο στόμα δισκία.

Συσκευασία blister με αφαιρούμενη μεμβράνη αλουμινίου: 28, 35, 56 και 70 διασπειρόμενα στο στόμα δισκία.

 

Μπορεί να μη κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

 

6.6     Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

 

Καμία ειδική υποχρέωση.

 

 

  1. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

 

ΦΑΡΜΑΖΑΚ AΝΩΝΥΜΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ EΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ

δ.τ. PHARMAZAC AE

Αναστασίου Ζαρολιάγκη 1 & Δημητρίου Λάμπρου 6 , Βιομηχανικό Πάρκο Κερατέας,

19001 Κερατέα

τηλ. +30 210 3418889-97

 

 

  1. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

 

Olmyzem® ODT 5mg:

Olmyzem® ODT 10mg:

Olmyzem® ODT 15mg:

Olmyzem® ODT 20mg:

 

 

  1. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

 

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 12-4-2011

Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 13-03-2024

 

 

  1. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

 

06/2025